Υδροκήλη

Κλινικά εμφανίζεται ως ανώδυνη διόγκωση, την οποία ο ασθενής περιγράφει ότι έχει παρατηρήσει από αρκετό καιρό και η οποία διογκώνεται αργά. Μπορεί να προκαλεί αίσθημα βάρους ή τάσης στην περιοχή ή να είναι τελείως ασυμπτωματική. Σε παραμελημένες περιπτώσεις με μεγάλη διόγκωση η υδροκήλη ενοχλεί τον ασθενή στις κινήσεις,, ο οποίος τότε αναζητά θεραπεία.

 

 

Η ψηλάφηση συνήθως είναι αρκετή αλλά σε κάθε διαγνωστική δυσκολία συνιστάται να γίνει και υπερηχογράφημα οσχέου με Doppler. Σε περίπτωση ύπαρξης διαφραγμάτων εντός της συλλογής η διάγνωση κατευθύνεται προς τις κύστεις σπερματικού τόνου. Άλλη πάθηση της περιοχής που μπορεί να αποτελέσει διαφοροδιαγνωστικό πρόβλημα είναι η οσχεοβουβωνοκήλη, η οποία μπορεί να εμφανίζεται με την ίδια κλινική εικόνα της σχετικά ανώδυνης διόγκωσης, η οποία όμως μπορεί να αναταχθεί αυτόματα ή με χειρισμούς.

 

Θεραπευτικά, η αντιμετώπιση είναι χειρουργική. Με γενική ή περιοχική αναισθησία παρασκευάζεται ο όρχις για να ελευθερωθεί το υγρό. Σε σπάνιες περιπτώσεις ηλικιωμένων ασθενών που για διάφορους λόγους δεν επιτρέπεται να χειρουργηθούν μπορεί να γίνει παρακέντηση της υδροκήλης και αναρρόφηση του υγρού, αλλά στις περισσότερες περιπτώσεις η συλλογή θα υποτροπιάσει. Η υδροκήλη των νεογνών συνήθως υποχωρεί μόνη της μέχρι την ηλικία του ενός έτους.

 

 

 

Κύστη σπερματικού τόνου – κύστεις επιδιδυμίδος

Πρόκειται για κυστικούς σχηματισμούς που εντοπίζονται στον σπερματικό τόνο και στην επιδιδυμίδα αντίστοιχα. Ο κύστεις σπερματικού τόνου στην πλειοψηφία τους είναι πολύχωρες και περιέχουν διαυγές υγρό, ενώ οι κύστεις επιδιδυμίδος είναι μικρότερες σε μέγεθος, εντοπίζονται στην κεφαλή της επιδιδυμίδας και στην μικροσκοπική εξέταση του περιεχομένου τους εντοπίζονται σπερματοζωάρια. Στην πλειονότητα των περιπτώσεων οι κύστεις είναι ασυμπτωματικές ενώ αν οι κύστεις σπερματικού τόνου διογκωθούν αρκετά μπορεί να προκαλέσουν ήπιο αίσθημα βάρους ή αισθητικό πρόβλημα στον ασθενή. Διαγνωστικά, με την ψηλάφηση εντοπίζονται εκτός του όρχεως και αποκλείεται έτσι η πιθανότητα όγκου του όρχεως, ενώ με την διενέργεια υπερηχογραφήματος οσχέου τίθεται η οριστική διάγνωση. Συνήθως δεν χρειάζονται αντιμετώπιση ενώ η θεραπεία τους στις περιπτώσεις που προκαλούν συμπτώματα είναι η χειρουργική εκτομή.

 

Καρκίνος όρχεων

Είναι ο πιο συχνός καρκίνος των ανδρών 20-40 ετών και αποτελεί το 1-1,5% όλων των καρκίνων στον άνδρα. Αν και η συχνότητα εμφάνισης αυξάνεται τα τελευταία χρόνια, η αντιμετώπισή του έχει ιδιαιτέρως καλά αποτελέσματα με αποτέλεσμα να θεωρείται μια από τις θεραπεύσιμες μορφές καρκίνου, τουλάχιστον στα αρχικά στάδια.

Διάφοροι παράγοντες έχουν προταθεί ως αιτίες πρόκλησης καρκίνου των όρχεων όπως η κρυψορχία, το οικογενειακό ιστορικό καρκίνου όρχεως, η μικρολιθίαση του όρχεως και διάφορες ουσίες με οιστρογονική δράση, αλλά ουσιαστικά η αιτία εμφάνισης καρκίνου του όρχεως είναι άγνωστη. Ο καρκίνος εμφανίζεται συνήθως ως μια ανώδυνη σκληρία στον όρχι που ανακαλύπτεται από τον ίδιο τον ασθενή ενώ σπανιότερα μπορεί να κρύβεται πίσω από μια φλεγμονή ή μια υδροκήλη. Μερικές φορές, μπορεί ο αρχικός όγκος να μην είναι αντιληπτός και να υπάρχου συμπτώματα λόγω των μεταστάσεων.

Για την διάγνωση χρησιμοποιούνται οι καρκινικοί δείκτες α-φετοπρωτεïνη και χοριακή γοναδοτροπίνη που βοηθούν στη διάγνωση, στη σταδιοποίηση και στην μετέπειτα παρακολούθηση του ασθενή. Το υπερηχογράφημα του οσχέου βοηθά στην εντόπιση του όγκου και η αξονική τομογραφία κοιλίας και θώρακος στην εντόπιση ή τον αποκλεισμό μεταστάσεων.

Η θεραπεία περιλαμβάνει την αφαίρεση του πάσχοντος όρχεως και πιθανόν συμπληρωματική ακτινοθεραπεία ή χημειοθεραπεία, ανάλογα με το στάδιο της νόσου. Σε πιο προχωρημένες περιπτώσεις ίσως χρειάζεται και χειρουργική επέμβαση στην κοιλιά για αφαίρεση των οπισθοπεριτοναϊκών υπολειμματικών λεμφαδένων. Σε όλες τις περιπτώσεις που ο ασθενής επιθυμεί να κάνει στο μέλλον παιδιά θα πρέπει να λαμβάνεται ειδική μέριμνα για την διατήρηση σπέρματος του ασθενή προ της έναρξης οποιασδήποτε θεραπείας, αφούκαι η ακτινοβολία και η χημειοθεραπεία καιη οπισθοπεριτοναϊκή επέμβαση έχουν πολύ σοβαρή επίπτωση στη γονιμότητα.

 

 

Συστροφή

Πρόκειται για επείγουσα κατάσταση που χαρακτηρίζεται από ιδιαίτερο πόνο στον όρχι λόγω περιστροφής του και στραγγαλισμού των αγγείων του. Παρατηρείται σε παιδιά και νέους ενήλικες, οι οποίοι ξαφνικά αισθάνονται δυνατό πόνο στον όρχι τους, ο οποίος δεν υποχωρεί. Το όσχεο (το δέρμα που καλύπτει τους όρχεις) διογκώνεται και γίνεται σκληρό και ερυθρό.

Για να διαγνωστεί η συστροφή, πέρα από την κλινική εικόνα χρειάζεται να γίνει και υπερηχογράφημα οσχέου, με μελέτη της αιματικής ροής με triplex. Ωστόσο σε αμφίβολες περιπτώσεις μπορεί να χρειαστεί διερευνητική χειρουργική επέμβαση ώστε είτε να αποκλειστεί σίγουρα ή να αντιμετωπιστεί η συστροφή.

Θεραπευτικά γίνεται χειρουργικά ανάταξη της συστροφής και καθήλωση των δύο όρχεων (ορχεοπηξία) στο όσχεο για τον κίνδυνο της υποτροπής. Η επέμβαση έχει νόημα να γίνει πριν την πρόκληση μόνιμων βλαβών στον όρχι, συνήθως δηλαδή εντός των πρώτων 6 ωρών. Σε παραμελημένη συστροφή εάν διαπιστωθεί νέκρωση του όρχεως γίνεται ορχεκτομή, καθώς οι μη αναστρέψιμες βλάβες στον όρχι επηρεάζουν την γονιμότητα, παρόλα που ο άλλος όρχις είναι φυσιολογικός.